ευσυνάλλακτος

εὐσυνάλλακτος, -ον (ΑΜ)
αυτός με τον οποίο συναλλάσσεται κάποιος εύκολα, ο συμβιβαστικός.
επίρρ...
εὐσυναλλάκτως (Α)
1. με τρόπο που δείχνει τίμια συναλλαγή
2. αποτελεσματικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + συν-αλλάσσομαι].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐσυναλλάκτως — εὐσυνάλλακτος easy to deal with adverbial εὐσυνάλλακτος easy to deal with masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνάλλακτον — εὐσυνάλλακτος easy to deal with masc/fem acc sg εὐσυνάλλακτος easy to deal with neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυναλλάκτους — εὐσυνάλλακτος easy to deal with masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνάλλακτα — εὐσυνάλλακτος easy to deal with neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνάλλακτοι — εὐσυνάλλακτος easy to deal with masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσυναλλαξία — εὐσυναλλαξία, ἡ (Α) [ευσυνάλλακτος] η ευθύτητα, η εντιμότητα στις συναλλαγές …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.